ερείπω

ἐρείπω (Α)
1. μεταβάλλω σε ερείπια, κατεδαφίζω, καταστρέφω, κατακρημνίζω («ἐρέριπτο δὲ τεῑχος Ἀχαιῶν» — γκρεμίστηκε το τείχος τών Αχαιών, Ομ. Ιλ.)
2. εξολοθρεύω, καταστρέφω («ἐρείπει γένος θεῶν τις» — κάποιος από τους θεούς εξολοθρεύει το γένος, Σοφ.)
3. πέφτω, ρίχνομαι πάνω σε κάποιον («τῶν προτεταγμένων δυνάμεων ἐρειπομένων εἰς αὐτόν», Πλούτ.)
4. (στον αόρ. β’) ἤριπον
καταπίπτω, πέφτω νεκρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ε- προθεματικό + θ. ρειπ- που ανάγεται πιθ. σε ΙΕ ρίζα *rei- «σχίζω, κόβω» με παρέκταση -ρ- (βλ. και λ. ερείκω). Στο θ. ρειπ- αντιστοιχούν το νορβ. ρ. rīfa «καταστρέφω» και το λατ. ρηματικό παράγωγο rīpa «όχθη». Συνδέεται επίσης με τα εκτεταμένης βαθμίδας παράγωγα νορβ. rīp «άνω κράσπεδο βάρκας», γερμ. διαλ. rip(e) «όχθη» και μσν. άνω γερμ. rif «όχθη». Ως α’ συνθετικό απαντά μόνο στα αρχ. ερειψι-πύλᾶς, ερειψίτοιχος τού τύπου βροντησικέραυνος*. Εν συνθέσει με προθέσεις μαρτυρούνται μόνο οι μέλλοντες αρχ. εξερείψω, κατερείψω.
ΠΑΡ. ερείπιο
αρχ.
ερείπιος, ερείψιμος, έρειψις, ερίπναι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐρείπω — throw pres subj act 1st sg ἐρείπω throw pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρηριμμένα — ἐρείπω throw perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐρηριμμένᾱ , ἐρείπω throw perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐρηριμμένᾱ , ἐρείπω throw perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρειπομένων — ἐρείπω throw pres part mp fem gen pl ἐρείπω throw pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρειπόμενον — ἐρείπω throw pres part mp masc acc sg ἐρείπω throw pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρείπει — ἐρείπω throw pres ind mp 2nd sg ἐρείπω throw pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρείπουσι — ἐρείπω throw pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐρείπω throw pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρείψετε — ἐρείπω throw aor subj act 2nd pl (epic) ἐρείπω throw fut ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρηριμμένον — ἐρείπω throw perf part mp masc acc sg ἐρείπω throw perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριπόντα — ἐρείπω throw aor part act neut nom/voc/acc pl ἐρείπω throw aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρειπε — ἐρείπω throw pres imperat act 2nd sg ἐρείπω throw imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.